- πεντάῤῥαβδος
- πεντάῤ-ῥαβδος, aus fünf Stäben, Strichen; ἐν πενταῤῥάβδῳ χορδᾶν ἀριϑμῷ, = mit fünf Saiten
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
πεντάρ(ρ)αβδος — ον, Α 1. αυτός που αποτελείται από πέντε ράβδους 2. φρ. «στρατηγὸς πεντάρραβδος» αντιστράτηγος τού Καίσαρος που είχε πέντε ραβδούχους. [ΕΤΥΜΟΛ. < πεντα * + ῥάβδος (πρβλ. τετρά ρραβδος)] … Dictionary of Greek